navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λάβρα

λάβρα

η, ουσ.

κάψα, έντονή ζέστη, καύσωνας, (φρ.) «φωτιά και λάβρα», υπερβολική ζέστη.

Ετυμολογία

< αρχ. επίθ. λάβρος [= ορμητικός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάβρα», σ. 471. https://navalhistory.gr/lexiko/λαβρα/