θωράκιση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θωρακίζω [δες λ.], δηλ. η χαλύβδινη ή η κρυσταλλική επένδυση που γίνεται σε μέσο μετακίνησης, αυτοκίνητο, τραίνο, τεθωρακισμένο, πλοίο κ.λπ., για προστασία από εχθρικά πυροβόλα όπλα, συνών. θωράκισμα, θωρακισμός.
Ετυμολογία
< θωρακίζω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θωράκιση», σ. 361. https://navalhistory.gr/lexiko/θωρακιση/