navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › (η)μέρα

(η)μέρα

η, ουσ.

  1. το χρονικό διάστημα από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου
  2. (συνεκδ.) χρονικό διάστημα 24 ωρών
  3. κάποια συγκεκριμένη μέρα που συνδέεται μ’ ένα ιστορικό γεγονός
  4. (γενικ.) χρόνος, εποχή, καιρός
  5. (κοινωνιολ.) ο καθορισμένος χρόνος εργασίας
  6. (φρ.) «πρόσωπο της ημέρας», πρόσωπο που αποσπά την προσοχή των άλλων, «μέρα παρά μέρα», κάθε δεύτερη μέρα, «από μέρα σε μέρα», συνέχεια, «είναι η μέρα μου», όταν όλα πάνε ανάποδα ή επιτυχημένα κ.ά., άλλες φρ. «ημέρα ανάπαυσης / αποπεράτωσης / αργίας / ταξιδίου / απόπλου / γενικού καθαρισμού του πλοίου / ειδοποίησης του ναυλωτή / εορτής / καταθέσεως - αναλήψεως χρημάτων / (εκ)φορτώσεως / επιστρατεύσεως / καταθέσεως εγγράφων του πλοίου», «αστρική / αστρονομική / εργάσιμη / ναυτική / παλιρροιακή / σεληνιακή ημέρα»,
  7. (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] η *Ημέρα, προσωποποίηση της «μέρας».

Παράγωγα

ημερήσιος. ημερήσιος, ημερίδα, ημερινός, ήμερος.

Σύνθετα

ημερόβιος, ημεροδάνεισμα, ημεροδείκτης, ημεροδούλι, ημεροδρομία, ημεροδρόμος, ημεροκαματιάρης, ημερολογιακός, ημερομηνία, ημερομίσθιο, ημερονύκτιος, ημεροσκόπος, ημεροφάγι. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Ημέρα, κόρη της Νύχτας και του Ερέβους, αδελφή του Αιθέρα. Στους Ορφικούς μύθους είναι γνωστή σαν κόρη του Ήλιου. Για του τραγικούς ποιητές, ταυτίζεται με την Ηώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(η)μέρα», σ. 339. https://navalhistory.gr/lexiko/ημερα/