Εωσφόρος
ο, ουσ.
- (αστρον.) ο Αυγερινός, ο πλανήτης Αφροδίτη ως άστρο της αυγής
- (εκκλ.) ο αρχηγός των αγγέλων που απομακρύνθηκαν από τον Παράδεισο, ο αρχηγός των δαιμόνων, ο αρχάγγελος της κόλασης
- [επίθ.] αυτός που φέρνει την αυγή, ο προάγγελος της χαραυγής
- (μυθολ.) αλλιώς: Ηωσφόρος, ο πυρσός της αυγής, γιος του Αστραίου και της Αυγής, πατέρας της Τηλαύγης και της Φιλωνίδας για τους αρχ. Έλληνες.
Ετυμολογία
< αρχ. Ἑωσφόρος < Ἕως [= αυγή] + φέρω.
Παράγωγα
εωσφορικός. Ζ
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Εωσφόρος», σσ. 323-324. https://navalhistory.gr/lexiko/εωσφοροσ/