ημεδαπός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ζει εκεί όπου γεννήθηκε, συνών. γηγενής, εγγενής, εγχώριος, επιχώριος, ντόπιος, αυτόχθονας, ιθαγενής, ένδημος, αντών. αλλοδαπός, αλλοεθνής, αλλογενής, αλλόφυλος, ξένος
- [το θηλ. ως ουσ.] η ημεδαπή, η εντός των συνόρων γεωγραφική περιοχή, η χώρα, το κράτος εντός του οποίου διαμένουμε.
Ετυμολογία
< αρχ. ἡμεδαπός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ημεδαπός», σ. 339. https://navalhistory.gr/lexiko/ημεδαποσ/