ήπειρος
η, ουσ.
- (γεωγρ.) α) μεγάλο τμήμα στεριάς, β) ξηρά, σε αντιδιαστολή προς τα νησιά ή τη θάλασσα, γ) (αρχ.) πεδιάδα, κάμπος, δ) (φρ.) «κατ’ ήπειρον», δια ξηράς, «η γηραιά ήπειρος», η Ευρώπη, «η μαύρη ήπειρος», η Αφρική
- [ως κύρ. όν.:] α) (γεωγρ.) η Ήπειρος, περιοχή νοτιοανατολικής Ευρώπης που μοιράζεται μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας, β) (μυθολ.) η *Ήπειρος, ηρωίδα της ελλ. μυθολογίας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἤπειρος.
Μυθολογια
Ήπειρος, κόρη της Αγαύης, εγγονή του Κάδμου και της Αρμονίας. Όταν οι Μαινάδες κατασπάραξαν τον αδελφό της Πανθέα, πήρε τα λείψανά του κι εγκατέλειψε την περιοχή της Βοιωτίας. Εγκαταστάθηκε στην Ιλλυρία και χάρισε το όνομά της στους κατοίκους και την περιοχή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήπειρος», σ. 341. https://navalhistory.gr/lexiko/ηπειροσ/