navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ήλιος

ήλιος

ο, ουσ.

ήλιος, εικόνα από το έντυπο
  1. (αστρον.) α) το μεγαλύτερο σε μέγεθος αυτόφωτο ουράνιο σώμα που είναι και κέντρο του ηλιακού μας συστήματος, β) (γενικότ.) κάθε ουράνιο σώμα που είναι κέντρο πλανητικού συστήματος
  2. το φως και η θερμότητα που εκπέμπει ο ήλιος
  3. χαρά, ελπίδα
  4. (φυτολ.) το φυτό ηλίανθος ή ηλιοτρόπιο
  5. (μτφ.) ο πολύ ωραίος
  6. [ως κύρ. όν.] (μυθολ.) ο *Ήλιος, θεότητα της ελληνικής μυθολογίας
  7. (φρ.) «με πιάνει ο ήλιος», μαυρίζω, «ήλιος με δόντια», κρύα μέρα με ηλιοφάνεια, «χώρα του ανατέλλοντος Ηλίου», η Ιαπωνία, «δεν έχω στον ήλιο μοίρα», είμαι απροστάτευτος, «κάθεται ο ήλιος», βασιλεύει κ.ά.

Ετυμολογία

< αρχ. αττ. τ. ἥλιος < δωρ. και αιολ. τ. ἅλιος, ὁ, και ἀέλιος, ὁ, δωρ. τ. αντί ἠέλιος, [ομηρ. τ.]. Ο ήλιος ο ηλιάτορας Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας ο πετροπαιχνιδιάτορας από την άκρη των ακρώ κατηφοράει στο Ταίναρο. Φωτιά `ναι το πηγούνι του χρυσάφι το πιρούνι του.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήλιος», σ. 338. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιοσ/