ήλιος
ο, ουσ.

- (αστρον.) α) το μεγαλύτερο σε μέγεθος αυτόφωτο ουράνιο σώμα που είναι και κέντρο του ηλιακού μας συστήματος, β) (γενικότ.) κάθε ουράνιο σώμα που είναι κέντρο πλανητικού συστήματος
- το φως και η θερμότητα που εκπέμπει ο ήλιος
- χαρά, ελπίδα
- (φυτολ.) το φυτό ηλίανθος ή ηλιοτρόπιο
- (μτφ.) ο πολύ ωραίος
- [ως κύρ. όν.] (μυθολ.) ο *Ήλιος, θεότητα της ελληνικής μυθολογίας
- (φρ.) «με πιάνει ο ήλιος», μαυρίζω, «ήλιος με δόντια», κρύα μέρα με ηλιοφάνεια, «χώρα του ανατέλλοντος Ηλίου», η Ιαπωνία, «δεν έχω στον ήλιο μοίρα», είμαι απροστάτευτος, «κάθεται ο ήλιος», βασιλεύει κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. αττ. τ. ἥλιος < δωρ. και αιολ. τ. ἅλιος, ὁ, και ἀέλιος, ὁ, δωρ. τ. αντί ἠέλιος, [ομηρ. τ.]. Ο ήλιος ο ηλιάτορας Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας ο πετροπαιχνιδιάτορας από την άκρη των ακρώ κατηφοράει στο Ταίναρο. Φωτιά `ναι το πηγούνι του χρυσάφι το πιρούνι του.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήλιος», σ. 338. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιοσ/