navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έδαφος

έδαφος

το, ουσ.

  1. (γεωλ.) το ανώτατο στρώμα της γήινης επιφάνειας, εκεί όπου ζούμε, εργαζόμαστε, καλλιεργούμε κ.λπ.
  2. η μονόχρωμη ή πολύχρωμη επιφάνεια του πίνακα ζωγραφικής πάνω στην οποία ο καλλιτέχνης αποδίδει τη σύνθεση του θέματός του, αλλιώς: φόντο
  3. έκταση γης, τόπος
  4. το χώμα
  5. (φρ.) «πύραυλος αέρος / προσωπικό / πλήρωμα εδάφους».

Ετυμολογία

< αρχ. ἔδαφος.

Παράγωγα

εδαφικός, εδαφιαίος, εδαφικότητα, εδάφιον.

Σύνθετα

εδαφολογία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έδαφος», σ. 244. https://navalhistory.gr/lexiko/εδαφοσ/