έδαφος
το, ουσ.
- (γεωλ.) το ανώτατο στρώμα της γήινης επιφάνειας, εκεί όπου ζούμε, εργαζόμαστε, καλλιεργούμε κ.λπ.
- η μονόχρωμη ή πολύχρωμη επιφάνεια του πίνακα ζωγραφικής πάνω στην οποία ο καλλιτέχνης αποδίδει τη σύνθεση του θέματός του, αλλιώς: φόντο
- έκταση γης, τόπος
- το χώμα
- (φρ.) «πύραυλος αέρος / προσωπικό / πλήρωμα εδάφους».
Ετυμολογία
< αρχ. ἔδαφος.
Παράγωγα
εδαφικός, εδαφιαίος, εδαφικότητα, εδάφιον.
Σύνθετα
εδαφολογία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έδαφος», σ. 244. https://navalhistory.gr/lexiko/εδαφοσ/