Ευνίκη
η, ουσ.
- (μυθολ.) θαλασσινή θεότητα, μία από τις πενήντα [ίσως και περισσότερες] κόρες του Νηρέα και της Δωρίδας [Ησίοδος, Θεογονία]
- (στρατ.) α) Ευνίκη Μ-61, παροπλισμένο ναρκοθηρευτικό του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, β) Ευνίκη Ι, παλαιότερη ονομασία της πυραυλακάτου Αρλιώτης του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού
- (αστρον.) 185 Ευνίκη, αστεροειδής της Κυρίας Ζώνης Αστεροειδών.
Ετυμολογία
< αρχ. Εὐνίκη < εὐ + νίκη, που σημαίνει καλή ή υπερήφανη νίκη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Ευνίκη», σ. 317. https://navalhistory.gr/lexiko/ευνικη/