ζενίθ
το, άκλ. ουσ.
- (αστρον.) το νοητό σημείο του ουρανού, που βρίσκεται κατακόρυφα και ακριβώς πάνω από το κεφάλι του παρατηρητή, αντών. ναδίρ
- (μτφ.) το ανώτατο σημείο, στο οποίο μπορεί να φτάσει κανείς, ακμή, συνών. μεσουράνημα, κολοφώνας, αποκορύφωμα, αντών. παρακμή, μαρασμός.
Ετυμολογία
< γαλλ. zénith < ισπαν. cenit ή λατιν. cenit < αραβ. [samtu (a)r-raʾs, = διαδρομή πάνω από το κεφάλι].
Παράγωγα
ζενιθι(α)κός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζενίθ», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζενιθ/