navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζενίθ

ζενίθ

το, άκλ. ουσ.

  1. (αστρον.) το νοητό σημείο του ουρανού, που βρίσκεται κατακόρυφα και ακριβώς πάνω από το κεφάλι του παρατηρητή, αντών. ναδίρ
  2. (μτφ.) το ανώτατο σημείο, στο οποίο μπορεί να φτάσει κανείς, ακμή, συνών. μεσουράνημα, κολοφώνας, αποκορύφωμα, αντών. παρακμή, μαρασμός.

Ετυμολογία

< γαλλ. zénith < ισπαν. cenit ή λατιν. cenit < αραβ. [samtu (a)r-raʾs, = διαδρομή πάνω από το κεφάλι].

Παράγωγα

ζενιθι(α)κός.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζενίθ», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζενιθ/