ευνοϊκός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ευνοεί κάποιον ή κάτι, συνών. ευμενής, αντών. δυσμενής, (φρ.) «ευνοϊκός άνεμος», δηλ. ούριος, «ευνοϊκός καιρός»,
- αυτός που είναι σύμφωνος με ό,τι επιδιώκεται, κατάλληλος, αίσιος.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐνοϊκός < εὔνοια < εὖ (ευ-) + νόος / νοῦς + [καταλ.] -ικός.
Επιρρήματα
ευνοϊκά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευνοϊκός», σ. 317. https://navalhistory.gr/lexiko/ευνοικοσ/