navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευνοϊκός

ευνοϊκός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που ευνοεί κάποιον ή κάτι, συνών. ευμενής, αντών. δυσμενής, (φρ.) «ευνοϊκός άνεμος», δηλ. ούριος, «ευνοϊκός καιρός»,
  2. αυτός που είναι σύμφωνος με ό,τι επιδιώκεται, κατάλληλος, αίσιος.

Ετυμολογία

< αρχ. εὐνοϊκός < εὔνοια < εὖ (ευ-) + νόος / νοῦς + [καταλ.] -ικός.

Επιρρήματα

ευνοϊκά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευνοϊκός», σ. 317. https://navalhistory.gr/lexiko/ευνοικοσ/