navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευθύς

ευθύς

-εία, -ύ, επίθ. [γεν. ευθέως]

  1. αυτός που δεν αλλάζει κατεύθυνση, ίσιος, αντών. καμπύλος, κυρτός, τεθλασμένος
  2. (μτφ.) αυτός που φέρεται με ειλικρίνεια, συνών. ντόμπρος
  3. αυτός που εκφέρεται κατά τρόπο ξεκάθαρο και άμεσο
  4. ευθεία (ενν. γραμμή) [δες λ.]
  5. (γλωσσ.) α) «ευθύς λόγος», όταν καταγράφουμε αυτούσια τα λόγια του ομιλητή, β) «ευθεία ερώτηση», ο άμεσος τρόπος ερώτησης.

Ετυμολογία

< αρχ. εὔθυνα [= δημόσιος έλεγχος των πράξεων των αρχόντων].

Παράγωγα

ευθύτητα.

Σύνθετα

ευθυτενής.

Επιρρήματα

ευθύς [= χωρίς καθυστέρηση, αμέσως], ευθεία και ευθέως [επίρρ.] (φρ.) «ευθέως όπισθεν», δηλ. κατ’ ευθείαν ανάποδα.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθύς», σ. 315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυσ/