ευθύς
-εία, -ύ, επίθ. [γεν. ευθέως]
- αυτός που δεν αλλάζει κατεύθυνση, ίσιος, αντών. καμπύλος, κυρτός, τεθλασμένος
- (μτφ.) αυτός που φέρεται με ειλικρίνεια, συνών. ντόμπρος
- αυτός που εκφέρεται κατά τρόπο ξεκάθαρο και άμεσο
- ευθεία (ενν. γραμμή) [δες λ.]
- (γλωσσ.) α) «ευθύς λόγος», όταν καταγράφουμε αυτούσια τα λόγια του ομιλητή, β) «ευθεία ερώτηση», ο άμεσος τρόπος ερώτησης.
Ετυμολογία
< αρχ. εὔθυνα [= δημόσιος έλεγχος των πράξεων των αρχόντων].
Παράγωγα
ευθύτητα.
Σύνθετα
ευθυτενής.
Επιρρήματα
ευθύς [= χωρίς καθυστέρηση, αμέσως], ευθεία και ευθέως [επίρρ.] (φρ.) «ευθέως όπισθεν», δηλ. κατ’ ευθείαν ανάποδα.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθύς», σ. 315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυσ/