έμβασμα
το, ουσ.
(οικον.)
- η αποστολή χρημάτων με τραπεζική ή ταχυδρομική [παλαιότερα και τηλεγραφική] επιταγή
- (μτφ.) το χρηματικό ποσό της επιταγής.
Ετυμολογία
< εμβάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έμβασμα», σ. 263. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβασμα/