ένταλμα
το, ουσ.
- (νομ.) διοικητική εντολή για εκτέλεση συγκεκριμένης ενέργειας, για άμεση προσαγωγή, σύλληψη ή προφυλάκιση κάποιου προσώπου
- (συνεκδ.) το γραπτό κείμενο της παραπάνω εντολής
- (οικον.) έγγραφο που δίνει εντολή για υποχρεωτική πληρωμή οφειλόμενου ποσού είτε πρόκειται για δημόσιο φορέα είτε για ιδιωτική επιχείρηση.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔνταλμα [= διαταγή] < αρχ. ἐν-τέλλω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ένταλμα», σ. 272. https://navalhistory.gr/lexiko/ενταλμα/