navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επαναφορτίζω

επαναφορτίζω

ρ. [μετβ.]

  1. ξαναφορτίζω, συνήθως, την μπαταρία, για να έχει η συσκευή περισσότερη ενέργεια
  2. (οικον.) ενισχύω χρηματικά προπληρωμένη κάρτα
  3. (μτφ.) αναζωογονώ.

Ετυμολογία

< επ(ί) + ανα- + φορτίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαναφορτίζω», σ. 283. https://navalhistory.gr/lexiko/επαναφορτιζω/