επαναφορτίζω
ρ. [μετβ.]
- ξαναφορτίζω, συνήθως, την μπαταρία, για να έχει η συσκευή περισσότερη ενέργεια
- (οικον.) ενισχύω χρηματικά προπληρωμένη κάρτα
- (μτφ.) αναζωογονώ.
Ετυμολογία
< επ(ί) + ανα- + φορτίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαναφορτίζω», σ. 283. https://navalhistory.gr/lexiko/επαναφορτιζω/