navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επεκτείνω

επεκτείνω

ρ. [μετβ.]

  1. εξαπλώνω, διευρύνω, αντών. περιορίζω
  2. αναπτύσσω, διευρύνω, διαπλατύνω, επιμηκύνω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπεκτείνω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επεκτείνω», σ. 285. https://navalhistory.gr/lexiko/επεκτεινω/