επεκτείνω
ρ. [μετβ.]
- εξαπλώνω, διευρύνω, αντών. περιορίζω
- αναπτύσσω, διευρύνω, διαπλατύνω, επιμηκύνω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπεκτείνω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επεκτείνω», σ. 285. https://navalhistory.gr/lexiko/επεκτεινω/