επενδύω
ρ. [μετβ.]
- καλύπτω με ύφασμα κάποιο ρούχο, έπιπλο, επιφάνεια κ.λπ.
- (οικον.) τοποθετώ χρήματα σε επιχείρηση με σκοπό τη δημιουργία προϊόντων αλλά και την ταυτόχρονη εξασφάλιση κερδών, επίσης τοποθετώ χρήματα αγοράζοντας τραπεζικά προϊόντα (ομόλογα, αμοιβαία κ.λπ.) με σκοπό το κέρδος.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπενδύω, [για την 1η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. revêtir, [για τη 2η ερμ.] από τη γαλλ. investir.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επενδύω», σ. 285. https://navalhistory.gr/lexiko/επενδυω/