navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επενδύω

επενδύω

ρ. [μετβ.]

  1. καλύπτω με ύφασμα κάποιο ρούχο, έπιπλο, επιφάνεια κ.λπ.
  2. (οικον.) τοποθετώ χρήματα σε επιχείρηση με σκοπό τη δημιουργία προϊόντων αλλά και την ταυτόχρονη εξασφάλιση κερδών, επίσης τοποθετώ χρήματα αγοράζοντας τραπεζικά προϊόντα (ομόλογα, αμοιβαία κ.λπ.) με σκοπό το κέρδος.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐπενδύω, [για την 1η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. revêtir, [για τη 2η ερμ.] από τη γαλλ. investir.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επενδύω», σ. 285. https://navalhistory.gr/lexiko/επενδυω/