εμβαδόμετρο
το, ουσ.
(εργαλ.) ειδικό όργανο μέτρησης επιφανειών, επιπεδόμετρο.
Ετυμολογία
< εμβαδό(ν) + μέτρο(ν).
Παράγωγα
εμβαδικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβαδόμετρο», σ. 263. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβαδομετρο/