εξωλέμβιος
-α, -ο, επίθ.
1. για μηχανή – κινητήρα που προσαρμόζεται στην πρύμνη βάρκας έτσι ώστε να βρίσκεται έξω από το νερό και μόνο η φτερωτή εντός, 2. (ως ουσ.) η εξωλέμβιος, για βάρκα με εξωλέμβιο κινητήρα.
Ετυμολογία
< έξω- + λέμβ(ος), μτφρδ. από την αγγλ. outboard motor.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξωλέμβιος», σ. 281. https://navalhistory.gr/lexiko/εξωλεμβιοσ/