εξάγω
ρ. [μετβ.]
- βγάζω έξω κάτι
- βγάζω έξω από τη χώρα, αγαθά ή εμπορεύματα, με σκοπό την πώλησή τους
- (μτφ.) ελευθερώνω κάποιον από δύσκολη κατάσταση
- (μτφ.) καταλήγω σε συμπέρασμα, συμπεραίνω
- (μτφ.) απαλλάσσω
- (μαθημ.) καταλήγω σ’ ένα αποτέλεσμα κάνοντας μια σειρά από λογικούς συλλογισμούς ή μαθηματικές πράξεις.
Ετυμολογία
< ἐξ-άγω, [= 1. βγάζω έξω από ένα μέρος, 2. βηματίζω, προχωρώ σε πορεία, 3. τραβώ, αντλώ νερό].
Σύνθετα
διεξάγω, επανεξάγω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάγω», σ. 274. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαγω/