navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξάγω

εξάγω

ρ. [μετβ.]

  1. βγάζω έξω κάτι
  2. βγάζω έξω από τη χώρα, αγαθά ή εμπορεύματα, με σκοπό την πώλησή τους
  3. (μτφ.) ελευθερώνω κάποιον από δύσκολη κατάσταση
  4. (μτφ.) καταλήγω σε συμπέρασμα, συμπεραίνω
  5. (μτφ.) απαλλάσσω
  6. (μαθημ.) καταλήγω σ’ ένα αποτέλεσμα κάνοντας μια σειρά από λογικούς συλλογισμούς ή μαθηματικές πράξεις.

Ετυμολογία

< ἐξ-άγω, [= 1. βγάζω έξω από ένα μέρος, 2. βηματίζω, προχωρώ σε πορεία, 3. τραβώ, αντλώ νερό].

Σύνθετα

διεξάγω, επανεξάγω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάγω», σ. 274. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαγω/