εμβαπτίζω
ρ. [μετβ.]
βουτάω κάτι σε υγρό, [= μουλιάζω, μουσκεύω διαποτίζω, διαβρέχω, βυθίζω].
Ετυμολογία
< μτγν. ἐμβαπτίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβαπτίζω», σ. 263. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβαπτιζω/