έβενος
ο, ουσ.
- (φυτολ.) δέντρο των τροπικών δασών της Αφρικής και της Ασίας
- είδος πολύτιμου ξύλου, με σχεδόν μαύρο χρώμα, συμπαγές, σκληρό και βαρύ, τόσο βαρύ που βυθίζεται στο νερό.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔβενος, ὁ, < αρχ. ἔβενος, ἡ, < αρχ. αιγυπτ. Hbnj < ίσως νουβικής προέλευσης.
Παράγωγα
εβονίτης, εβένινος.
Σύνθετα
εβενοειδής, εβενόξυλο, εβενουργός, εβενουργία, εβενουργική. Ιθάκη Νὰ εὔχεσαι νά ῾ναι μακρὺς ὁ δρόμος. Πολλὰ τὰ καλοκαιρινὰ πρωϊὰ νὰ εἶναι ποὺ μὲ τί εὐχαρίστηση, μὲ τί χαρὰ θὰ μπαίνεις σὲ λιμένας πρωτοειδωμένους· νὰ σταματήσεις σ᾿ ἐμπορεῖα Φοινικικά, καὶ τὲς καλὲς πραγμάτειες ν᾿ ἀποκτήσεις, σεντέφια καὶ κοράλλια, κεχριμπάρια κ᾿ ἔβενους, καὶ ἡδονικὰ μυρωδικὰ κάθε λογῆς, ὅσο μπορεῖς πιὸ ἄφθονα ἡδονικὰ μυρωδικά. Σὲ πόλεις Αἰγυπτιακὲς πολλὲς νὰ πᾷς, νὰ μάθεις καὶ νὰ μάθεις ἀπ᾿ τοὺς σπουδασμένους. Πάντα στὸ νοῦ σου νἄχῃς τὴν Ἰθάκη. Τὸ φθάσιμον ἐκεῖ εἶν᾿ ὁ προορισμός σου. Κωνσταντίνος Καβάφης
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έβενος», σ. 240. https://navalhistory.gr/lexiko/εβενοσ/