navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έβενος

έβενος

ο, ουσ.

  1. (φυτολ.) δέντρο των τροπικών δασών της Αφρικής και της Ασίας
  2. είδος πολύτιμου ξύλου, με σχεδόν μαύρο χρώμα, συμπαγές, σκληρό και βαρύ, τόσο βαρύ που βυθίζεται στο νερό.

Ετυμολογία

< μτγν. ἔβενος, ὁ, < αρχ. ἔβενος, ἡ, < αρχ. αιγυπτ. Hbnj < ίσως νουβικής προέλευσης.

Παράγωγα

εβονίτης, εβένινος.

Σύνθετα

εβενοειδής, εβενόξυλο, εβενουργός, εβενουργία, εβενουργική. Ιθάκη Νὰ εὔχεσαι νά ῾ναι μακρὺς ὁ δρόμος. Πολλὰ τὰ καλοκαιρινὰ πρωϊὰ νὰ εἶναι ποὺ μὲ τί εὐχαρίστηση, μὲ τί χαρὰ θὰ μπαίνεις σὲ λιμένας πρωτοειδωμένους· νὰ σταματήσεις σ᾿ ἐμπορεῖα Φοινικικά, καὶ τὲς καλὲς πραγμάτειες ν᾿ ἀποκτήσεις, σεντέφια καὶ κοράλλια, κεχριμπάρια κ᾿ ἔβενους, καὶ ἡδονικὰ μυρωδικὰ κάθε λογῆς, ὅσο μπορεῖς πιὸ ἄφθονα ἡδονικὰ μυρωδικά. Σὲ πόλεις Αἰγυπτιακὲς πολλὲς νὰ πᾷς, νὰ μάθεις καὶ νὰ μάθεις ἀπ᾿ τοὺς σπουδασμένους. Πάντα στὸ νοῦ σου νἄχῃς τὴν Ἰθάκη. Τὸ φθάσιμον ἐκεῖ εἶν᾿ ὁ προορισμός σου. Κωνσταντίνος Καβάφης

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έβενος», σ. 240. https://navalhistory.gr/lexiko/εβενοσ/