navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δροσάνεμος

δροσάνεμος

ο, ουσ.

(μετεωρ.) δροσερός άνεμος, συνών. δροσάερο.

Ετυμολογία

< δρόσ(ος) + άνεμος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δροσάνεμος», σ. 235. https://navalhistory.gr/lexiko/δροσανεμοσ/