δυτικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται προς τη δύση σε σχέση με τον πρώτο μεσημβρινό
- αυτός που βρίσκεται προς τη δύση σε σχέση με το γεωγραφικό πλάτος ενός τόπου
- αυτός που είναι στραμμένος προς τη δύση
- (ως ουσ.) τα δυτικά, το δυτικό τμήμα μιας περιοχής
- αυτός που σχετίζεται με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό
- (θρησκ.) ο καθολικός
- (μετεωρ.) δυτικός, άνεμος με διεύθυνση από τη δύση, συνών. ζέφυρος, πουνέντες, αντών. ανατολικός, λεβάντες, απηλιώτης.
Ετυμολογία
< μτγν. δυτικός.
Σύνθετα
βορειοδυτικός, δυτικομεσημβρινός, νοτιοδυτικός.
Επιρρήματα
δυτικά [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δυτικός», σ. 238. https://navalhistory.gr/lexiko/δυτικοσ/