navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δυτικός

δυτικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που βρίσκεται προς τη δύση σε σχέση με τον πρώτο μεσημβρινό
  2. αυτός που βρίσκεται προς τη δύση σε σχέση με το γεωγραφικό πλάτος ενός τόπου
  3. αυτός που είναι στραμμένος προς τη δύση
  4. (ως ουσ.) τα δυτικά, το δυτικό τμήμα μιας περιοχής
  5. αυτός που σχετίζεται με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό
  6. (θρησκ.) ο καθολικός
  7. (μετεωρ.) δυτικός, άνεμος με διεύθυνση από τη δύση, συνών. ζέφυρος, πουνέντες, αντών. ανατολικός, λεβάντες, απηλιώτης.

Ετυμολογία

< μτγν. δυτικός.

Σύνθετα

βορειοδυτικός, δυτικομεσημβρινός, νοτιοδυτικός.

Επιρρήματα

δυτικά [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δυτικός», σ. 238. https://navalhistory.gr/lexiko/δυτικοσ/