διατάραξη
η, ουσ.
- ταραχή, συνών. διασάλευση, ανωμαλία, αναστάτωση
- (αστρον.) φαινόμενο παρέκκλισης ουράνιων σωμάτων από την ελλειπτική τους τροχιά
- (μετεωρ.) κατάσταση της ατμόσφαιρας που χαρακτηρίζεται από ισχυρούς ανέμους, βροχές κ.λπ. (φρ.) «μαγνητική διατάραξη», «διατάραξη της κοινής ησυχίας».
Ετυμολογία
< αρχ. διαταράσσω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατάραξη», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διαταραξη/