navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διατάραξη

διατάραξη

η, ουσ.

  1. ταραχή, συνών. διασάλευση, ανωμαλία, αναστάτωση
  2. (αστρον.) φαινόμενο παρέκκλισης ουράνιων σωμάτων από την ελλειπτική τους τροχιά
  3. (μετεωρ.) κατάσταση της ατμόσφαιρας που χαρακτηρίζεται από ισχυρούς ανέμους, βροχές κ.λπ. (φρ.) «μαγνητική διατάραξη», «διατάραξη της κοινής ησυχίας».

Ετυμολογία

< αρχ. διαταράσσω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατάραξη», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διαταραξη/