δρόλαπας
ο, και δρολάπι, το, ουσ.
(μετεωρ.) ισχυρή βροχή σε συνδυασμό με πολύ δυνατό άνεμο, συνών. υδρολαίλαπας και υδρολαίλαψ, ανεμοβρόχι.
Ετυμολογία
< δρο- [< υδρ(ο)- < αρχ. ὕδωρ] + λαίλαπας < αρχ. λαῖλαψ [= θύελλα, μανιασμένη καταιγίδα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δρόλαπας», σ. 234. https://navalhistory.gr/lexiko/δρολαπασ/