εμπνοή
η, ουσ.
(μετεωρ.) ισχυρό φύσημα του ανέμου.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐμπνοή < αρχ. ἐμπνέω < ἐν + πνέω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμπνοή», σ. 265. https://navalhistory.gr/lexiko/εμπνοη/