δρόσος
η, ουσ.
(μετεωρ.) η δροσιά, φυσικό ατμοσφαιρικό φαινόμενο συμπύκνωσης υδρατμών με μορφή σταγονιδίων νερού.
Ετυμολογία
< αρχ. δρόσος.
Παράγωγα
δροσιά, δροσιό, δροσάτος, δροσερός, δροσίτης, δροσίζω, δρόσο.
Σύνθετα
δροσόσκι, δροσοβόλημα, δροσόβολος, δροσολόγημα, δροσοσταλάζω > δροσοστάλαχτος, δροσοστάφυλο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δρόσος», σ. 236. https://navalhistory.gr/lexiko/δροσοσ/