δριμύς
-εία, -ύ, επίθ.
- πολύ έντονος
- (μετεωρ.) τσουχτερός, διαπεραστικός
- (μτφ.) καυστικός στο σχόλιο που κάνει κάποιος.
Ετυμολογία
< αρχ. δριμύς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δριμύς», σ. 234. https://navalhistory.gr/lexiko/δριμυσ/