navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δροσάρμυρος

δροσάρμυρος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που γίνεται αντιληπτός ως δροσερός και συνάμα αρμυρός.

Ετυμολογία

< δρόσ(ος) + αρμυρός. Στον ποιητή Απόστολο Μαμμέλη Το φως που τ’ απαράτησε τα μάτια σου στη νύχτα, πώς ανέσπερο μεσουρανεί στα βάθη τα εσώτερα του είναι σου, την ποίηση πότε δαβιδική και πότε αρκαδική πώς πλάθει! Ο δουλεμένος εκεί μέσα στίχος σου δώρο δεν είναι ηδονικό, σαν το αττικό το μέλι. Νέκταρ κερνάς. Τα δάκρυα και τα κύματα σμίγουν εκεί δροσάρμυρα τ’ αχνάρια τους, Μαμμέλη!.. Κωστής Παλαμάς

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δροσάρμυρος», σ. 235. https://navalhistory.gr/lexiko/δροσαρμυροσ/