navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δόνηση

δόνηση

η, και δόνημα, το, ουσ.

  1. περιοδική παλμική κίνηση υψηλής συχνότητας ενός σώματος, κραδασμός, τράνταγμα
  2. (φυσ.) ταλάντωση μικρού πλάτους και μεγάλης συχνότητας, (φρ.) «σεισμική δόνηση»,
  3. (μτφ.) πολύ έντονη ταραχή ή αναστάτωση που συμβαίνει εντός κλειστού χώρου.

Ετυμολογία

< δονη- (< δονώ < αρχ. δονέω / δονῶ,) -σις > -ση

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δόνηση», σσ. 232-233. https://navalhistory.gr/lexiko/δονηση/