δόνηση
η, και δόνημα, το, ουσ.
- περιοδική παλμική κίνηση υψηλής συχνότητας ενός σώματος, κραδασμός, τράνταγμα
- (φυσ.) ταλάντωση μικρού πλάτους και μεγάλης συχνότητας, (φρ.) «σεισμική δόνηση»,
- (μτφ.) πολύ έντονη ταραχή ή αναστάτωση που συμβαίνει εντός κλειστού χώρου.
Ετυμολογία
< δονη- (< δονώ < αρχ. δονέω / δονῶ,) -σις > -ση
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δόνηση», σσ. 232-233. https://navalhistory.gr/lexiko/δονηση/