navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δόση

δόση

η, ουσ.

  1. καθεμιά από καθορισμένες τμηματικά ποσότητες ενός συγκεκριμένου συνόλου [χρημάτων, φαρμάκου, ποτού, διαφόρων ουσιών κ.ά.]
  2. (πληθ.) δόσεις, τρόπος καταβολής δανειοδοτημένου ποσού ή χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί στην αγορά υλικών αγαθών
  3. (φυσ.) η ποσότητα της ακτινοβολούμενης περιοχής.

Ετυμολογία

< αρχ. δόσις < δί-δωμι [= 1. δίνω, αποδίδω, δωρίζω, χαρίζω, 2. παρέχω, απονέμω, χορηγώ, 3. προσφέρω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δόση», σ. 233. https://navalhistory.gr/lexiko/δοση/