δόση
η, ουσ.
- καθεμιά από καθορισμένες τμηματικά ποσότητες ενός συγκεκριμένου συνόλου [χρημάτων, φαρμάκου, ποτού, διαφόρων ουσιών κ.ά.]
- (πληθ.) δόσεις, τρόπος καταβολής δανειοδοτημένου ποσού ή χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί στην αγορά υλικών αγαθών
- (φυσ.) η ποσότητα της ακτινοβολούμενης περιοχής.
Ετυμολογία
< αρχ. δόσις < δί-δωμι [= 1. δίνω, αποδίδω, δωρίζω, χαρίζω, 2. παρέχω, απονέμω, χορηγώ, 3. προσφέρω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δόση», σ. 233. https://navalhistory.gr/lexiko/δοση/