navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαγώνιος

διαγώνιος

η, ουσ.

  1. (μαθημ.) το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει τις απέναντι κορυφές ενός πολυγώνου
  2. [ως επίθ.] (ναυτ. φρ.) «διαγώνιος αρμολογία / στύλος / κίνηση», «διαγώνιο τριγωνικό ιστίο / ενισχυτικό περίβλημα», «διαγώνια ενισχυτικά στηρίγματα», «διαγώνιοι κίονες».

Ετυμολογία

< μτγν. διαγώνιος < δια + γων(ία) + -ιος.

Επιρρήματα

διαγωνίως και διαγώνια [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαγώνιος», σ. 207. https://navalhistory.gr/lexiko/διαγωνιοσ/