διαγώνιος
η, ουσ.
- (μαθημ.) το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει τις απέναντι κορυφές ενός πολυγώνου
- [ως επίθ.] (ναυτ. φρ.) «διαγώνιος αρμολογία / στύλος / κίνηση», «διαγώνιο τριγωνικό ιστίο / ενισχυτικό περίβλημα», «διαγώνια ενισχυτικά στηρίγματα», «διαγώνιοι κίονες».
Ετυμολογία
< μτγν. διαγώνιος < δια + γων(ία) + -ιος.
Επιρρήματα
διαγωνίως και διαγώνια [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαγώνιος», σ. 207. https://navalhistory.gr/lexiko/διαγωνιοσ/