διαχωρίζω
ρ. [μετβ.]
- απομακρύνω μεταξύ τους ενωμένα πράγματα
- διαφοροποιούμαι σε επίπεδο απόψεων ή αρχών από τους άλλους.
Ετυμολογία
< αρχ. διαχωρίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαχωρίζω», σ. 220. https://navalhistory.gr/lexiko/διαχωριζω/