navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαχωρίζω

διαχωρίζω

ρ. [μετβ.]

  1. απομακρύνω μεταξύ τους ενωμένα πράγματα
  2. διαφοροποιούμαι σε επίπεδο απόψεων ή αρχών από τους άλλους.

Ετυμολογία

< αρχ. διαχωρίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαχωρίζω», σ. 220. https://navalhistory.gr/lexiko/διαχωριζω/