γκάζι
το, ουσ.
- (χημ.) το φωταέριο
- το εργοστάσιο παραγωγής φωταερίου
- (τεχνολ.) το πεντάλ του αυτοκινήτου, μηχανισμός που ρυθμίζει: α) την ποσότητα της βενζίνης στο χώρο καύσης της μηχανής και (κατ’ επέκτ.) β) την ταχύτητα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) γαλλ. gaz < ολλανδ. gaz < λατιν. chaos [= απροσδιόριστη ποσότητα μάζας αλλά και σύνθεσης από την οποία δημιουργήθηκε το σύμπαν - 12ος αιώνας] < αρχ. χάος [= η πρώτη κατάσταση του σύμπαντος].
Παράγωγα
γκαζολίνη, γκαζώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκάζι», σ. 184. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαζι/