navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γκαζολίνη

γκαζολίνη

η, ουσ.

(χημ.) α) μίγμα ελαφρών υγρών υδρογονανθράκων που λαμβάνεται από απόσταξη πετρελαίου ή με τον αποχωρισμό των βιομηχανικών αερίων, αποτελεί την πρώτη ύλη για την παρασκευή βενζίνης, πετρελαίου ντίζελ και προπανίου, β) εκρηκτικό είδος που παράγεται από βαζελίνη.

Ετυμολογία

< γκάζ(ι) + -ολίνη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκαζολίνη», σ. 184. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαζολινη/