γραφείο
το, ουσ.
- είδος τραπεζιού πάνω στο οποίο γράφουμε ή στηρίζουμε αντικείμενο, συσκευή ή εργαλείο για να εργαστούμε
- δωμάτιο ή χώρος με επίπλωση και υλικά κατάλληλα για γραφική εργασία
- κτήριο ή αίθουσα όπου στεγάζεται μια ιδιωτική ή δημόσια υπηρεσία ή επιχείρηση με σκοπό την εξυπηρέτηση των πολιτών, (φρ.) «γραφείο(ν) διαβατηρίων / αλλοδαπών / ταξιδίων / ευρέσεως εργασίας / μεταναστεύσεως / παλιννοστήσεως / διαχειρίσεως / προμηθειών / διοικήσεως / κηδειών».
Ετυμολογία
< μτγν. γραφεῖον [= αρχείο].
Σύνθετα
γραφειοκρατία, γραφειοκράτης, γραφειοκρατικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γραφείο», σ. 192. https://navalhistory.gr/lexiko/γραφειο/