navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γρανάζι

γρανάζι

το, ουσ.

γρανάζι, εικόνα από το έντυπο
  1. (μηχανολ.) α) οδοντωτός τροχός, β) προεξοχές και εγκοπές του οδοντωτού τροχού
  2. (μτφ.) το μπλέξιμο, εμπλοκή
  3. (μτφ.) [πληθ.] γρανάζια, τρόπος λειτουργίας του πολιτικού ή επαγγελματικού συστήματος.

Ετυμολογία

< γαλλ. engrenage < engrener < en + grain [= κόκκος σίτου].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γρανάζι», σ. 192. https://navalhistory.gr/lexiko/γραναζι/