γρανάζι
το, ουσ.

- (μηχανολ.) α) οδοντωτός τροχός, β) προεξοχές και εγκοπές του οδοντωτού τροχού
- (μτφ.) το μπλέξιμο, εμπλοκή
- (μτφ.) [πληθ.] γρανάζια, τρόπος λειτουργίας του πολιτικού ή επαγγελματικού συστήματος.
Ετυμολογία
< γαλλ. engrenage < engrener < en + grain [= κόκκος σίτου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γρανάζι», σ. 192. https://navalhistory.gr/lexiko/γραναζι/