γαλόνι¹
το, ουσ.
- (φυσ.) αγγλική μονάδα χωρητικότητας, κυρίως, για υγρά καύσιμα, που ισοδυναμεί περίπου με 4,543 κιλά
- (γενικότ.) το μεταλλικό παγούρι ή το δοχείο με το οποίο μετέφεραν καύσιμα για τη βάρκα ή άλλα υγρά, όπως π.χ. το γάλα, ανεξαρτήτου χωρητικότητας
- νταμιτζάνα, γυάλινο δοχείο.
Ετυμολογία
< αγγλ. gallon < λατιν. galeta [= μονάδα μετρήσεως υγρών], [για τη δεύτερη ερμηνευτική εκδοχή: ιταλ. gallon(e) -ι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλόνι», σ. 175. https://navalhistory.gr/lexiko/γαλονι/