navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αχνόδροσο

αχνόδροσο

το, ουσ.

(μετεωρ.) δροσιά από την άχνη της θάλασσας.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄχν(η) - ο- + [αρχ.] δρός(ος) -ο-.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αχνόδροσο», σ. 139. https://navalhistory.gr/lexiko/αχνοδροσο/