βιομετεωρολογία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(μετεωρ.) επιστημονικός τομέας της μετεωρολογίας που μελετά τις καιρικές συνθήκες και τις επιπτώσεις τους στους έμβιους οργανισμούς.
Ετυμολογία
< βιομετεωρολογία < βιο- + μετεωρολογία, μτφρδ. από την αγγλική biometeorology.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βιομετεωρολογία», σ. 156. https://navalhistory.gr/lexiko/βιομετεωρολογια/