navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βροχόπτωση

βροχόπτωση

η, ουσ.

  1. η πτώση της βροχής [συνήθως στον πληθ.]
  2. (μετεωρ.) η ποσότητα του νερού από βροχή, χιόνι ή χαλάζι, που πέφτει σε μια περιοχή σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Ετυμολογία

< βροχο- + πτώς(ις) - ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βροχόπτωση», σ. 168. https://navalhistory.gr/lexiko/βροχοπτωση/