βροντή
η, βρόντος, ο, ουσ.
- (μετεωρ.) ο ισχυρός και παρατεταμένος κρότος που συνοδεύει την αστραπή ή τον κεραυνό, μπουμπουνητό
- λόγια απειλητικά
- (συνεκδ.) κάθε δυνατός θόρυβος ή κρότος.
Ετυμολογία
< αρχ. βροντή.
Σύνθετα
βροντοβόλημα, βροντοκόπημα, βροντολάλημα, βροντολαλώ, βροντόλαλος, βροντολογώ, βροντολόγημα, βροντόσαυρος, βροντοφωνάζω, βροντοχτυπιέμαι, βροντοχτυπώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βροντή», σ. 168. https://navalhistory.gr/lexiko/βροντη/