navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βροντή

βροντή

η, βρόντος, ο, ουσ.

  1. (μετεωρ.) ο ισχυρός και παρατεταμένος κρότος που συνοδεύει την αστραπή ή τον κεραυνό, μπουμπουνητό
  2. λόγια απειλητικά
  3. (συνεκδ.) κάθε δυνατός θόρυβος ή κρότος.

Ετυμολογία

< αρχ. βροντή.

Σύνθετα

βροντοβόλημα, βροντοκόπημα, βροντολάλημα, βροντολαλώ, βροντόλαλος, βροντολογώ, βροντολόγημα, βροντόσαυρος, βροντοφωνάζω, βροντοχτυπιέμαι, βροντοχτυπώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βροντή», σ. 168. https://navalhistory.gr/lexiko/βροντη/