navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμμώνω

αμμώνω

ρ. [μετβ.]

  1. αγγίζω το βυθό της θάλασσας, συνών. πατώνω
  2. (για πλοίο) κολλάω στην άμμο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄμμος ή ἅμμος + -ώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμώνω», σ. 72. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμωνω/