αμμώνω
ρ. [μετβ.]
- αγγίζω το βυθό της θάλασσας, συνών. πατώνω
- (για πλοίο) κολλάω στην άμμο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄμμος ή ἅμμος + -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμώνω», σ. 72. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμωνω/