navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλατιέρα

αλατιέρα

η, ουσ.

  1. επιτραπέζιο μικρό δοχείο κατάλληλο για αλάτι
  2. ειδικό όχημα που μεταφέρει και σκορπίζει χοντρό αλάτι στους δρόμους τις χιονισμένες ημέρες.

Ετυμολογία

< αλάτι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλατιέρα», σ. 62. https://navalhistory.gr/lexiko/αλατιερα/