αιθυλένιο
το, ουσ.
(χημ.) αέριο που ανάβει εύκολα και αποτελεί βασικό συστατικό του οινοπνεύματος και του φωταερίου, με ιδιότητες αναισθητικού και πολλές άλλες χρηστικές εφαρμογές.
Ετυμολογία
< γαλλ. éthylène < éthyle < αρχ. ἀθήρ + hyle < αρχ. ὕλη [= δάσος, κομμένο ξύλο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιθυλένιο», σσ. 51-52. https://navalhistory.gr/lexiko/αιθυλενιο/