ακαζού
Και: ακαγιού
το, άκλ. ουσ.
- (φυτολ.) είδος ξύλου γνωστό και ως μαόνι, σπουδαίο υλικό στην επιπλοποιία και στη ναυπηγική
- κοκκινωπό χρώμα μαλλιών ή ανταύγεια σ’ αυτό το χρώμα.
Ετυμολογία
< γαλλ. acajou, ή
ή < πορτογαλ. acajú < (βραζιλ. γλ. Τούπι) akaiu.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακαζού και ακαγιού», σ. 54. https://navalhistory.gr/lexiko/ακαζου-και-ακαγιου/