αγριομουριά
η, ουσ.
(φυτολ.) είδος δέντρου, μουριά [δες λ.], που φύτρωσε σε μέρος χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα, το ξύλο της σκληρό και ανθεκτικό στη σήψη, κατάλληλο για ναυπηγικές εργασίες, γνωστό και ως μουρνιά [στην Κρήτη] ή σκαμνιά [στην Άρτα] ή συκαμνιά [σε Χίο, Κύπρο και Ικαρία].
Ετυμολογία
< άγριο(ς) + μουριά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγριομουριά», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγριομουρια/