navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακαλήφη

ακαλήφη

η, ουσ.

  1. (ζωολ.) μέδουσα, τσούχτρα
  2. (φυτολ.) η τσουκνίδα
  3. (μτφ.) η σκληράδα, η τραχύτητα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀκαλήφη και ἀκαλύφη < αγννώστου ετύμου.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακαλήφη», σ. 55. https://navalhistory.gr/lexiko/ακαληφη/