αλιμιά
η, άλιμος, ο, ουσ.
(φυτολ.) διακοσμητικό είδος θάμνου που ευδοκιμεί σε παραθαλάσσιες περιοχές, η επιστ. του ονομ.: Atriplex Halimus [διώνυμο] συνών. αλιμασιά και αλιματιά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἃλς [= θάλασσα, σε Όμηρ.], γεν. ἁλός + -ιμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλιμιά», σ. 65. https://navalhistory.gr/lexiko/αλιμια/